MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Η γαλλική κρίση και η ευρωπαϊκή τραγωδία

Με 3,59 τρις € δημόσιο χρέος, με ιδιωτικό χρέος της τάξης του 135% του ΑΕΠ κυρίως των επιχειρήσεων και με δίδυμα ελλείμματα, η Γαλλία αναδεικνύεται στο επίκεντρο μιας βαθιάς δομικής και συστημικής κρίσης – ενώ ευρίσκεται στον πυρήνα της Ευρωζώνης. Χωρίς εθνικό νόμισμα και χωρίς δυνατότητα εσωτερικής υποτίμησης λόγω κοινωνικής ακαμψίας, καθώς επίσης με τη Γερμανία καθηλωμένη από το δικό της βιομηχανικό αδιέξοδο, από τη Γαλλία τεκμηριώνεται ξανά πως το ευρώ είναι ένα εγγενώς ασταθές οικοδόμημα – το οποίο είχε γίνει γνωστό από την κρίση του 2010. Η αδυναμία εφαρμογής κλασικών νομισματικών λύσεων και η άρνηση κοινής δημοσιονομικής ενοποίησης, αποκλείουν τις οριστικές διεξόδους – ενώ εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέμβει με μαζικές αγορές χρέους, το τίμημα θα είναι ο πληθωρισμός και η θεσμική κρίση. Η αναπόφευκτη εναλλακτική δεν είναι η αιφνίδια διάλυση, αλλά μια μακρά, τελματώδης «Ιαπωνοποίηση» της ευρωπαϊκής οικονομίας – όπου όμως τελικά οι αγορές και η κοινωνική οργή θα επιβάλουν βίαια αυτό που οι ευρωπαϊκές ελίτ αποφεύγουν να αποφασίσουν.
 
Ανάλυση
 
Η Ευρωζώνη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με τη γνωστή δομική αλήθεια – την οποία οι ευρωπαϊκές ελίτ προσπαθούν να κρύψουν κάτω από το χαλί, ήδη από την ίδρυση της ΟΝΕ. Δηλαδή με το ότι, ένα κοινό νομισματικό σύστημα χωρίς κοινό προϋπολογισμό, χωρίς κοινή δημοσιονομική ενοποίηση και χωρίς κεντρική τράπεζα που να λειτουργεί ως αυθεντικός δανειστής έσχατης ανάγκης για τα κράτη, αποτελεί ένα εγγενώς ασταθές και θνησιγενές οικοδόμημα – το οποίο αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει, εάν δεν δρομολογηθεί η ολοκλήρωση του.
 
Δυστυχώς, όταν η κρίση χρέους εκδηλώθηκε το 2010 στην ελληνική περιφέρεια, η κυρίαρχη αφήγηση της Κομισιόν και της Γερμανίας του Β. Σόιμπλε, απέδωσε το πρόβλημα στην «τεμπελιά» και τη «δημοσιονομική ακολασία» των χωρών του Νότου – κάτι που φυσικά δεν ίσχυε, παρά την προπαγάνδα που οδήγησε στο να το έχουν πιστέψει ακόμη και οι Έλληνες.
 
Σήμερα όμως, όπου το επίκεντρο της κρίσης δεν βρίσκεται στην Αθήνα, στη Λισαβόνα ή στη Δουβλίνο, αλλά στον ίδιο τον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης, στη Γαλλία, το αφήγημα έχει χάσει την πειθώ του – ενώ αφορά τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, την έβδομη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, τη μοναδική πυρηνική δύναμη της ΕΕ και το μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
 
Σε κάθε περίπτωση, η γαλλική οικονομική τραγωδία δεν είναι ένα πρόσκαιρο επεισόδιο – αλλά η αποκορύφωση μιας μακράς διαδικασίας αποβιομηχάνισης, συσσώρευσης χρέους και απώλειας ανταγωνιστικότητας, η οποία καθίσταται πλέον μη διαχειρίσιμη εντός του άκαμπτου πλαισίου του ευρώ.
 
Οι ευθύνες δε της γερμανικής πολιτικής του μισθολογικού dumping, είναι ξεκάθαρες (ανάλυση) και αναμενόμενες – όσο και αν αυτή τη φορά κατηγορηθούν οι Γάλλοι αντί οι Έλληνες, για τεμπελιά, δημοσιονομική ακολασία, απειθαρχία ή ότι άλλο. Τονίζαμε πάντως ανέκαθεν ότι, η μία χώρα της Ευρωζώνης θα «πέφτει» μετά την άλλη – θύματα κυρίως του γερμανικού «επεκτατικού» οικονομικού μοντέλου.
 
Η τριπλή κρίση χρέους και τα δίδυμα ελλείμματα
 
Συνεχίζοντας, για να κατανοήσουμε το μέγεθος του γαλλικού αδιεξόδου, οφείλουμε να εξετάσουμε τα σκληρά, αμείλικτα μεγέθη της οικονομίας της χώρας – όπως αυτά αποτυπώνονται στα επίσημα στοιχεία της Eurostat, της INSEE, της Banque de France και του ΟΟΣΑ.
 
Ξεκινώντας από το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της Γαλλίας, έχει ήδη ξεπεράσει τα 3,59 τρις € στα τέλη του δευτέρου τριμήνου του 2026 –   διαμορφούμενο στο 119,3% του ΑΕΠ. Το μέγεθος αυτό είναι σχεδόν δεκαπλάσιο σε απόλυτο μέγεθος, από το ελληνικό χρέος κατά την έναρξη της κρίσης του 2010 – οπότε πολύ δύσκολα διαχειρίσιμο.
 
Όσον αφορά το ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού (Γενικής Κυβέρνησης), διαμορφώθηκε στο 5,1% του ΑΕΠ το 2025 ή στα 152,5 δις € – ενώ συνεχίζει να αυξάνεται, επιβαρύνοντας ανάλογα το δημόσιο χρέος.
 
Λόγω της ανόδου δε των επιτοκίων, στο 3,5% κατά μέσον όρο το 2025, η εξυπηρέτηση του γαλλικού χρέους, δηλαδή οι δαπάνες για τόκους, διαμορφώθηκαν στα 67 δις € το 2025 από 58 δις € το 2024 – ενώ προβλέπεται να υπερβούν τα 74 δις € το 2026 με το επιτόκιο των δεκαετών σήμερα στο 4,9% και με μέση διάρκεια χρέους στα 8,5 έτη. Οδεύει λοιπόν προς τα 90 δις € έως το τέλος της δεκαετίας – καθιστώντας τους τόκους τη μεγαλύτερη συνιστώσα του κρατικού προϋπολογισμού, ξεπερνώντας ακόμα και τις δαπάνες για την εθνική εκπαίδευση.
 
Σε αντίθεση τώρα με την Ελλάδα του 2010, όπου το ιδιωτικό χρέος ήταν σχετικά χαμηλό, καθώς επίσης το συνολικό (=δημόσιο και ιδιωτικό), η Γαλλία υποφέρει από μια επικίνδυνη διπλή μόχλευση – αφού, σύμφωνα με τα στοιχεία της Banque de France, το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών και επιχειρήσεων ανέρχεται στο 134,2% του ΑΕΠ, ενώ σε συνολική ονομαστική βάση κατά την BIS, υπερβαίνει το 200% του ΑΕΠ.
 
Οι γαλλικές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις είναι από τις πιο δανεισμένες στην Ευρώπη – οπότε η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους τους, περιορίζει τις νέες επενδύσεις και επομένως απειλεί να προκαλέσει ένα μεγάλο κύμα επιχειρηματικών πτωχεύσεων που ασφαλώς θα συμπαρασύρει τις τράπεζες.
 
Παράλληλα, η Γαλλία υποφέρει από το κλασικό σύνδρομο των «διδύμων ελλειμμάτων» – δηλαδή προϋπολογισμού και εξωτερικών ισοζυγίων. Εν προκειμένω, το ετήσιο εμπορικό της έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 69,2 δις € το 2025 (σε βάση FOB/FOB) – έχοντας καταγράψει ιστορικό ρεκόρ άνω των 100 δις € κατά την ενεργειακή κρίση.
 
Παρά δε το πλεόνασμα στον τομέα των υπηρεσιών, δηλαδή στον  τουρισμό και στη ναυτιλία, καθώς επίσης στα πρωτογενή/δευτερογενή  εισοδήματα από το εξωτερικό, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της παραμένει αρνητικό – στο -0,4% του ΑΕΠ το 2025 όπου, σε ένα ΑΕΠ ύψους 2,99 τρις €, διαμορφώθηκε στα 12 δις €.
 
Αν και χαμηλότερο λοιπόν από της Ελλάδας που ξεπέρασε τα 14,1 δις € το 2025 ή το 5,7% του ΑΕΠ, τεκμηριώνει πως η Γαλλία καταναλώνει συστηματικά περισσότερα από όσα παράγει, εισάγοντας βιομηχανικά προϊόντα και ενέργεια – ενώ οι εξαγωγές της χάνουν διαρκώς μερίδια αγοράς.
 
Ο εφιάλτης του στασιμοπληθωρισμού και η παγίδα του ευρώ
 
Περαιτέρω, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ της κινείται οριακά, μεταξύ 0,5% και 0,8% – όταν ο πληθωρισμός της παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%, το Σεπτέμβρη στο 3,4%. Την ίδια στιγμή, η ανεργία διατηρείται καθηλωμένη στο 7,5% έως 8,3% – με την ανεργία των νέων να ξεπερνά το 17%. Επομένως, η Γαλλία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα κλασικό περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού, ο οποίος αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομική ασθένεια – την απόλυτη συνταγή χρεοκοπίας (ανάλυση).
 
Σε ένα καθεστώς εθνικού νομίσματος τώρα, μια χώρα με τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της Γαλλίας θα είχε στη διάθεσή της δύο βασικές «βαλβίδες αποσυμπίεσης»: τη νομισματική υποτίμηση και την νομισματοποίηση του χρέους.
 
Ειδικότερα, η διολίσθηση του εθνικού νομίσματος, για παράδειγμα του Γαλλικού Φράγκου, θα καθιστούσε αυτόματα τα γαλλικά προϊόντα φθηνότερα και πιο ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές – αποκαθιστώντας την ισορροπία στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
 
Παράλληλα η κεντρική τράπεζα της χώρας, η Banque de France, θα μπορούσε να παρεμβαίνει στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά – αγοράζοντας κρατικά ομόλογα, διατηρώντας τα επιτόκια δανεισμού τεχνητά χαμηλά και διασφαλίζοντας τη δημοσιονομική ρευστότητα.
 
Εντός της Ευρωζώνης όμως, αυτά τα εργαλεία δεν υπάρχουν – οπότε η μοναδική διαθέσιμη μέθοδος προσαρμογής είναι η εσωτερική υποτίμηση, όπως τη βιώσαμε στην Ελλάδα (ανάλυση). Δηλαδή, η μείωση των ονομαστικών μισθών που, με εξαίρεση την Ελλάδα, δεν την έχει αποδεχθεί ποτέ καμία χώρα στον πλανήτη – επιπλέον η δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας.
 
Σε αντίθεση όμως με τη χώρα μας, η Γαλλία διαθέτει μια ισχυρότατη συνδικαλιστική παράδοση – επίσης μια κοινωνία που θεωρεί τις κοινωνικές κατακτήσεις, όπως το συνταξιοδοτικό σύστημα, το 35ωρο και τη δημόσια υγεία, ως θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα.
 
Φαίνεται άλλωστε καθαρά από το ότι, κάθε προσπάθεια «ήπιας» μεταρρύθμισης, όπως η αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, οδήγησε εκατομμύρια διαδηλωτές στους δρόμους – παραλύοντας τις μεταφορές και τις δημόσιες υπηρεσίες, υπενθυμίζοντας το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» που ανάγκασε την κυβέρνηση σε άτακτη υποχώρηση.
 
Από την άλλη πλευρά, το γαλλικό κοινοβούλιο είναι εξαιρετικά κατακερματισμένο – γεγονός που σημαίνει ότι, χωρίς συμπαγή κυβερνητική πλειοψηφία, κάθε προσπάθεια επιβολής προϋπολογισμού λιτότητας, προσκρούει σε συνεχείς προτάσεις μομφής και πολιτική αβεβαιότητα.
 
Επομένως, η Γαλλία δεν μπορεί να εφαρμόσει μία «ελληνικού τύπου» μνημονιακή λιτότητα – ενώ, εάν μια γαλλική κυβέρνηση επιχειρούσε να περικόψει τους μισθούς και τις συντάξεις κατά 20% ή 30%, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν η δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά η άμεση κοινωνική επανάσταση και η πολιτική κατάρρευση του καθεστώτος.
 
Ο παράγοντας Γερμανία
 
Συνεχίζοντας, την ίδια στιγμή που η Γαλλία βυθίζεται στην κρίση, ο άλλος πυλώνας του γαλλογερμανικού άξονα, η Γερμανία, αρνείται να παράσχει ουσιαστική αλληλεγγύη – ενώ αντιμετωπίζει τα δικά της υπαρξιακά αδιέξοδα.
 
Εν προκειμένω, για πάνω από δύο δεκαετίες, η Ευρωζώνη λειτούργησε ως μια μηχανή μεταφοράς πλούτου προς τη Γερμανία – αμείβοντας την με πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών που έφταναν στα 300 δις € ετήσια ή πάνω από 6% του ΑΕΠ της. Ήταν το αποτέλεσμα του μισθολογικού dumping που προαναφέραμε – όπου, λόγω των μεταρρυθμίσεων «Hartz IV» στη δεκαετία του 2000 (Agenda 2010), η Γερμανία συγκράτησε τεχνητά το Μονάδα Κόστους Εργασίας (ULC).
 
Με αυτόν τον τρόπο, διατήρησε δομικά υποτιμημένο το ευρώ κατά 15% έως 30% για τα δεδομένα της γερμανικής παραγωγικότητας – όπου, εάν η Γερμανία είχε το Μάρκο, το νόμισμά της θα είχε ανατιμηθεί πάνω από 30%, καθιστώντας τις εξαγωγές της ακριβές. Με το ευρώ όμως, η Γερμανία κατάφερε να συσσωρεύσει γιγαντιαία εμπορικά πλεονάσματα άνω των 200 δις € ετησίως – μετατρέποντας τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης σε ελλειμματικούς πελάτες και οφειλέτες της, αφού το πλεόνασμα του ενός είναι το έλλειμμα του άλλου
 
Εν τούτοις, η γερμανική οικονομική υπεροχή δέχθηκε ένα τετραπλό χτύπημα: την απώλεια της φθηνής ρωσικής ενέργειας, την κινεζική απειλή, τη δημογραφική γήρανση και την έλλειψη υποδομών.
 
Ειδικότερα, η γερμανική βαριά βιομηχανία (χημικά, χάλυβας, αυτοκίνητα) βασιζόταν στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, μέσω των αγωγών Nord Stream – οπότε η διακοπή αυτής της παροχής αύξησε μόνιμα το ενεργειακό κόστος στη Γερμανία κατά 200%–300%, σε σχέση με τις ΗΠΑ.
 
Παράλληλα, η Κίνα μετατράπηκε από καταναλωτής γερμανικών μηχανημάτων σε επιθετικό ανταγωνιστή, ιδιαίτερα στον τομέα της ηλεκτροκίνησης – όταν την ίδια στιγμή η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού που δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει με μετανάστες,  πιέζει τους μισθούς προς τα πάνω, καταστρέφοντας το πλεονέκτημα χαμηλού κόστους εργασίας.
 
Τέλος, η γερμανική εμμονή στο «χρυσό κανόνα» του μηδενικού ελλείμματος (Schuldenbremse) οδήγησε σε δραματική υποεπένδυση – στις γερμανικές υποδομές, τις τηλεπικοινωνίες και το σιδηροδρομικό δίκτυο.
 
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), που προτείνει ανοιχτά την έξοδο από το ευρώ (DEXIT), συνιστά θανάσιμη απειλή – αφού εάν γινόταν πράξη, θα είχε ως αποτέλεσμα (α) την ακαριαία ανατίμηση του Νέου Μάρκου από +30% έως +50%, γεγονός που θα κατέστρεφε ολοσχερώς τις γερμανικές εξαγωγές και (β) τεράστιες ζημίες στις γερμανικές τράπεζες – αφού η Bundesbank και οι γερμανικές τράπεζες διακρατούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε απαιτήσεις μέσω του συστήματος TARGET2 (γράφημα).
 

Με απλά λόγια, εάν η Γερμανία αποχωρούσε, οι απαιτήσεις αυτές θα αποπληρώνονταν σε ένα υποτιμημένο, «νότιο» ευρώ – προκαλώντας μία γιγαντιαία «μαύρη τρύπα» στον γερμανικό προϋπολογισμό.
 
Ο τεράστιος κίνδυνος μετάδοσης στον Ευρωπαϊκό Νότο
 
Περαιτέρω, εάν η Γαλλία αφεθεί να οδηγηθεί σε μία ανεξέλεγκτη δημοσιονομική κρίση, ο κίνδυνος συστημικής μετάδοσης στον Ευρωπαϊκό Νότο είναι άμεσος και ακαριαίος – δηλαδή, στην Ιταλία, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία.
 

Όταν οι αγορές αρχίσουν να αμφισβητούν τη βιωσιμότητα του γαλλικού χρέους των 3,59 τρις €, απαιτούν υψηλότερα επιτόκια για να διακρατούν τα γαλλικά ομόλογα – οπότε η αύξηση των γαλλικών αποδόσεων, συμπαρασύρει αυτόματα τις αποδόσεις ολόκληρης της Ευρωζώνης. Οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Ιταλία (135%+ του ΑΕΠ) και η Ελλάδα (145%+ του ΑΕΠ), βλέπουν  ήδη τα δικά τους επιτόκια και spread να εκτοξεύονται – οπότε το κόστος ανακύκλωσης του χρέους τους γίνεται απαγορευτικό, οδηγώντας τες με μαθηματική ακρίβεια σε νέα δημοσιονομική ασφυξία.
 
Από την άλλη πλευρά, οι γαλλικές συστημικές τράπεζες (BNP Paribas, Crédit Agricole, Société Générale) είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο – ενώ διακρατούν στα χαρτοφυλάκια τους εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε ομόλογα του γαλλικού δημοσίου, καθώς επίσης ομόλογα της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας.
 
Μια υποτίμηση λοιπόν των γαλλικών τίτλων, καταστρέφει τα κεφάλαια των γαλλικών τραπεζών – οπότε για να επιβιώσουν αυτές οι τράπεζες, θα αναγκαστούν να διακόψουν τις πιστώσεις προς τις ξένες αγορές, σημειώνοντας πως πολλές άλλες τράπεζες στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα κοκ. κατέχουν επίσης γαλλικά ομόλογα. Έτσι όμως θα προκαλούσαν μια πρωτοφανή παγκόσμια πιστωτική ασφυξία – η οποία θα χτυπούσε ακαριαία τις οικονομίες του Νότου και όχι μόνο. Το γιατί υπό αυτές τις συνθήκες η ελληνική κυβέρνηση δρομολόγησε την πρόωρη αποπληρωμή φθηνών ομολόγων, αποτελεί έναν μεγάλο γρίφο – ελπίζοντας να μην αποβεί θανατηφόρα ενέργεια.
 
Επειδή τώρα η πλήρης κατάρρευση της Γαλλίας θα σήμαινε το άμεσο τέλος του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και την πρόκληση μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης, κατά πολύ χειρότερης από εκείνη της Lehman Brothers το 2008, οι ευρωπαϊκές ελίτ θα υποχρεωθούν , έστω την τελευταία στιγμή, να ενεργοποιήσουν μια φόρμουλα στήριξης – όπου ο μόνος διαθέσιμος θεσμικός μηχανισμός είναι η ΕΚΤ, μέσω της ενεργοποίησης του εργαλείου TPI (Transmission Protection Instrument) ή μέσω μιας νέας, γιγαντιαίας Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE).
 

Για να το καταφέρει η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να τυπώσει «φρέσκο χρήμα» ύψους από 500 δις € έως 1 τρις € – έτσι ώστε να απορροφήσει τους γαλλικούς τίτλους. Μία τέτοια γιγαντιαία διοχέτευση ρευστότητας, θα αποδυναμώσει την αγοραστική δύναμη του ευρώ – πυροδοτώντας ένα νέο κύμα εισαγόμενου πληθωρισμού που θα φτωχοποιήσει περαιτέρω τους Ευρωπαίους Πολίτες.
 
Σε μία τέτοια περίπτωση βέβαια η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία θα αντιδράσουν έντονα – ενώ το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο θα δεχθεί βροχή προσφυγών κατά της ΕΚΤ για παράνομη νομισματοποίηση χρέους, προκαλώντας μια πρωτοφανή θεσμική κρίση.
 
Από την άλλη πλευρά, η στήριξη δεν θα δοθεί δωρεάν, με την έννοια πως η Κομισιόν και η ΕΚΤ θα επιβάλουν αυστηρούς δημοσιονομικούς στόχους – δηλαδή ένα «de facto μνημόνιο». Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει, όπως είναι φυσικό, στην πλήρη απονομιμοποίηση των συστημικών κομμάτων στη Γαλλία – ενώ θα προετοιμάσει το έδαφος για την άνοδο αντισυστημικών κομμάτων, με ατζέντα την απευθείας ρήξη με την ΕΕ.
 
Ο κίνδυνος διάλυσης της Ευρωζώνης
 
Συνεχίζοντας, όπως προκύπτει από την ανάλυση, η άμεση διάλυση της Ευρωζώνης είναι ένα σενάριο χαμηλής πιθανότητας – επειδή το κόστος εξόδου είναι αδιανόητα μεγάλο για όλους. Επομένως, το πραγματικό, εφιαλτικό σενάριο που προβλέπεται και έχει ήδη ξεκινήσει είναι η «Ιαπωνοποίηση» (Japanification) της ευρωπαϊκής οικονομίας – δηλαδή μία μόνιμη αναιμική άνοδος του ΑΕΠ, με ρυθμούς ανάπτυξης καθηλωμένους γύρω από το μηδέν.
 

Σε μία τέτοια περίπτωση, το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ – αφού ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι χαμηλότερος από το κόστος δανεισμού. Όσον αφορά την ΕΚΤ, θα μετατραπεί σε έναν μόνιμο αγοραστή κρατικού χρέους – διατηρώντας τεχνητά στη ζωή «κράτη-ζόμπι» και «τράπεζες-ζόμπι».
 
Παράλληλα θα εμφανισθούν αδύναμες κυβερνήσεις συνεργασίας, συνεχείς πολιτικές κρίσεις, κοινωνική πόλωση και σταδιακή απώλεια της γεωπολιτικής ισχύος της Ευρώπης στον παγκόσμιο χάρτη – ενώ ο κίνδυνος να καταρρεύσει άμεσα η Ευρωζώνη είναι μεν μικρός, αλλά θα αυξάνεται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου.
 
Επίλογος
 
Ολοκληρώνοντας, η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ιστορικής καμπής για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα – ενώ το τριπλό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, δημόσιο χρέος, ιδιωτικό χρέος και δίδυμα ελλείμματα, δεν μπορεί να επιλυθεί με τα υπάρχοντα εργαλεία της Ευρωζώνης.
 
Η εσωτερική υποτίμηση είναι πολιτικά και κοινωνικά αδύνατη στη Γαλλία, η αμοιβαιοποίηση του χρέους είναι θεσμικά και πολιτικά αδύνατη για τη Γερμανία, ενώ η διαρκής νομισματική χαλάρωση από την ΕΚΤ μεταθέτει απλά το πρόβλημα στο μέλλον – φτωχοποιώντας τους Πολίτες μέσω του πληθωρισμού.
 
Η τακτική δε της μετάθεσης του προβλήματος στο μέλλον που εφαρμόζει η Κομισιόν από το 2010, εξαντλεί σταδιακά τα όριά της – γεγονός που σημαίνει ότι, Ευρωζώνη καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο καθαρές λύσεις:
 
(α) Είτε θα προχωρήσει σε μια πραγματική πολιτική και δημοσιονομική Ομοσπονδία με κοινό προϋπολογισμό, κοινό χρέος και μεταφορές πόρων, είτε (β) θα οδηγηθεί σε μια συντεταγμένη αποσύνθεση, με επιστροφή σε εθνικά νομίσματα.
 
Όσο οι ευρωπαϊκές ελίτ αρνούνται να λάβουν αυτή την απόφαση, η οικονομική πραγματικότητα των αγορών και η κοινωνική οργή θα επιβάλουν τη δική τους λύση – ενώ, όπως διδάσκει η Ιστορία, όταν η προσαρμογή επιβάλλεται βίαια από τις αγορές, το τίμημα είναι πάντα οδυνηρό.
 
Πηγή : https://analyst.gr
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου