MOTD

Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται διότι εκεί υπάρχουσι άνθρωποι διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδι συμβαίνει ακριβώς το ανάπαλιν. Αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμαστή συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα: να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου.

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1836-1904, Έλληνας συγγραφέας

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ανάπτυξη και κενό ζήτησης

Ο CEO της «Alpha Asset Management» τόνισε πρόσφατα ότι, «η ενίσχυση της μακροχρόνιας αποταμίευσης είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη και την οικονομική ανθεκτικότητα» – πως το κλειδί για την Ελλάδα, είναι η ενίσχυση της αποταμίευσης. Φυσικά δεν είπε εάν αναφέρεται στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις ή και στους δύο μαζί – ούτε πώς μπορεί να αυξηθεί η αποταμίευση σε μία χώρα που οι Πολίτες της αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες από τους μισθούς τους, με αποτέλεσμα οι αποταμιεύσεις τους να είναι αρνητικές ως μοναδική χώρα της ΕΕ! Από την άλλη πλευρά, εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ακούσουν τις συμβουλές του, τότε είτε η χώρα μας θα βυθιστεί στην ύφεση, είτε θα πρέπει να καλύψει το κενό ζήτησης που θα δημιουργηθεί το κράτος – με την αύξηση των ελλειμμάτων, οπότε του δημοσίου χρέους που είναι ήδη στη στρατόσφαιρα.
.
Ανάλυση

Οικονομολόγος

Το ποσοστό αποταμίευσης των ιδιωτικών νοικοκυριών στις ΗΠΑ, είναι περί το 4% του ΑΕΠ, ανάλογα του διαθεσίμου εισοδήματος – ενώ οι αμερικανικές εταιρείες έχουν επίσης θετικό ποσοστό αποταμίευσης που, αν και κυμαίνεται, διαμορφώνεται περίπου στο 1% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια.
 
Στα παραπάνω, προστίθεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, το οποίο διαμορφώθηκε στο -3,6% του ΑΕΠ το 2025 (πηγή) – γεγονός που σημαίνει ότι, οι άλλες χώρες αποταμιεύουν «για τις ΗΠΑ» ή μάλλον, μειώνουν τη ζήτηση από τις ΗΠΑ.
 
Συνολικά, μιλάμε για το 8,6% του ΑΕΠ ή περισσότερα από δύο τρις $ που λείπουν από τη ζήτηση κάθε χρόνο, στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου – για ένα τεράστιο ποσόν. Τι πρέπει να κάνει εν προκειμένω η κυβέρνηση, όπως έχουμε ήδη αναλύσει στο παρελθόν;
 
Ας υποθέσουμε, όπως είναι απολύτως ρεαλιστικό για τις ΗΠΑ ότι, ο πρωταρχικός στόχος κάθε εκλεγμένου προέδρου, είναι η αποφυγή υφέσεων και αυξανόμενης ανεργίας. Τι σημαίνει αυτό; Απλούστατα πως εάν θέλει να αποφύγει μια ύφεση, πρέπει να κλείσει το χάσμα ζήτησης του 8,6% – με κάθε απαραίτητο μέσον.
 
Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την αύξηση της ζήτησης εκ μέρους του δημοσίου, κατά τουλάχιστον 8,6% του ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, οι ΗΠΑ χρειάζονται ένα δημόσιο έλλειμμα 8,6% κάθε χρόνο, απλά για να μη βυθιστούν στην ύφεση, για να την αποφύγουν. Το εάν αυτό το 8,6% μπορεί να δημιουργήσει πραγματικά ανάπτυξη, παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.
 
Στα πλαίσια αυτά είναι κατανοητό το ότι, ο Τραμπ προσπαθεί να μετριάσει το πρόβλημα – προσπαθώντας να μειώσει σημαντικά ή ακόμη και να εξαλείψει το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, όπως με την επιβολή δασμών. Εάν το καταφέρει, τότε τα δημόσια ελλείμματα θα χρειάζεται να κυμαίνονται μόνο στο περίπου 5% τους ΑΕΠ ετησίως – για να μη βυθιστούν οι ΗΠΑ στην ύφεση.
 
Τι σημαίνουν όμως τα παραπάνω για το δείκτη δημοσίου χρέους στις ΗΠΑ; Με τρέχον έλλειμμα το 8,6% και (καθαρά υποθετική) ανάπτυξη 2,5%, ο δείκτης εθνικού χρέους των ΗΠΑ θα εκτοξευθεί πάνω από 250% το 2040 – ενώ εάν ο ρυθμός ανάπτυξης διαμορφωθεί στο 1,5% ετησίως, θα έχει ήδη ξεπεράσει το 300% έως το 2040.
Από την άλλη πλευρά, εάν το τρέχον έλλειμμα περιορισθεί στο 5%, τότε οι ΗΠΑ, με ανάπτυξη 2,5% θα έχουν το 2040 ένα επίπεδο χρέους πολύ χαμηλότερο από το 250% του ΑΕΠ, στο 170% περίπου – ενώ δεν θα φτάσουν στο 250% πριν από το 2055.
 
Συμπερασματικά λοιπόν, όποιος αναφέρεται στην αύξηση του δημοσίου χρέους, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν την αποταμίευση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, ούτε τα εξωτερικά ελλείμματα, είναι εκτός τόπου και χρόνου – απλά δεν γνωρίζει πώς λειτουργεί η οικονομία.
 
Σε κάθε περίπτωση, η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, η ανάπτυξη μπορεί να αποτρέψει την αύξηση του εθνικού χρέους, είναι αφελής – αφού για να λειτουργήσει κάτι τέτοιο, η ανάπτυξη θα πρέπει να υπερβεί το χάσμα ζήτησης που δημιουργείται από την αποταμίευση. 
 
Είναι δε δυνατόν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Δηλαδή, όταν μια χώρα καταφέρνει να διατηρήσει το δικό της χάσμα αποταμιεύσεων πολύ μικρό, μέσω πλεονασμάτων τρεχουσών συναλλαγών – εις βάρος φυσικά των εμπορικών της εταίρων, όπως η Γερμανία κατά τη χρυσή εποχή του Β. Σόιμπλε, όπου είχε πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών 7 έως 8% του ΑΕΠ της.
 
Η Ελλάδα
 
Στο παράδειγμα τώρα της χώρας μας, ο CEO της «Alpha Asset Management» τόνισε πρόσφατα ότι «η ενίσχυση της μακροχρόνιας αποταμίευσης, είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη και την οικονομική ανθεκτικότητα» – πως το κλειδί για την Ελλάδα, είναι η ενίσχυση της αποταμίευσης (πηγή).
 
Φυσικά δεν είπε εάν αναφέρεται στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις ή και στους δύο μαζί – ούτε πώς μπορεί να αυξηθεί η αποταμίευση σε μία χώρα που οι Πολίτες της αδυνατούν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες από τους μισθούς τους, με αποτέλεσμα οι αποταμιεύσεις να είναι πρόσφατα (2026) ακόμη περισσότερο αρνητικές, στο -9,3% έναντι +8,1% του μέσου της ΕΕ (πηγή)!
 
Σε μία χώρα που οι Πολίτες της ζουν από τα έτοιμα, όπως από το ξεπούλημα των σπιτιών τους κοκ. – ενώ οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν, αφού η παραγωγικότητα της εργασίας είναι στο 54% του μέσου της ΕΕ ανά εργαζόμενο και στο 43% ανά ώρα εργασίας (γράφημα). Πόσο μάλλον όταν ο πληθωρισμός της είναι πολύ υψηλότερος από το μέσο της ΕΕ διαβρώνοντας περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της – ενώ έχει θηριώδη ελλείμματα εξωτερικών συναλλαγών που τεκμηριώνουν το υπάρχον έλλειμμα της ανταγωνιστικότητας της.


Σε μία χώρα που οι επιχειρήσεις της δεν επενδύουν όσο πρέπει για να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας – ενώ παραμένει εντάσεως εργασίας και μειωμένης εάν όχι ανύπαρκτης καινοτομίας.
 
Εάν τώρα αναλύσουμε την οικονομία μας ανάλογα με το παράδειγμα των ΗΠΑ, το ποσοστό αποταμίευσης των ιδιωτικών νοικοκυριών στην Ελλάδα ήταν το 2025 στο -2,7% του διαθεσίμου εισοδήματος ή υποθετικά του ΑΕΠ όπως στις ΗΠΑ (γράφημα) – οπότε προσθέτουν στη ζήτηση 2,7% και δεν αφαιρούν.
 

Το κράτος είχε πλεόνασμα περί το 1,6% που σημαίνει ότι, αφαιρεί ένα ανάλογο ποσοστό από τη ζήτηση – ενώ ο εξωτερικός τομέας είχε έλλειμμα 5,7% που αφαιρείται επίσης από τη ζήτηση.
 
Λογικά λοιπόν, για να είχε ανάπτυξη η οικονομία μας το 2025, οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να έχουν αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης, όπως τα νοικοκυριά, της τάξης τουλάχιστον του 5,7+1,6-2,7=4,6% (αρκετά περισσότερο του 4,6% στην ουσία) και επομένως να χρεώνονται ανάλογα ή να ζουν από τα έτοιμα.
 
Με απλά λόγια, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στην Ελλάδα, τροφοδοτούν την ανάπτυξη της οικονομίας της με χρέη ή/και με «ανάλωση διαθεσίμων/πωλήσεις παγίων» – κάτι που ασφαλώς δεν είναι βιώσιμο και έχει ημερομηνία λήξης.
 
Από την άλλη πλευρά, εάν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις ακούσουν τις συμβουλές του CEO της «Alpha Asset Management», τότε είτε η χώρα μας θα βυθιστεί στην ύφεση, είτε θα πρέπει να καλύψει το κενό ζήτησης που θα δημιουργηθεί το κράτος – με την αύξηση των ελλειμμάτων, οπότε του δημοσίου χρέους που είναι ήδη στη στρατόσφαιρα.
 
Εναλλακτικά βέβαια, το κενό ζήτησης μπορεί να καλυφθεί από τον εξωτερικό τομέα – με τη μετατροπή του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από ελλειμματικό σε πλεονασματικό.
 
Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει την άνοδο της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας – οπότε παραγωγικές και καινοτόμες επενδύσεις που δεν είναι εφικτές, εάν δεν αλλάξουν πολλά πράγματα στο κράτος (γρήγορη απονομή δικαίου, ασφάλεια δικαίου, μείωση της γραφειοκρατίας, ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα κοκ.),
 
Επίλογος
 
Κατά την άποψη μας, η Ελλάδα αναπτύσσεται σε κάποιο βαθμό λόγω του ότι καταγράφεται πια στο ΑΕΠ η παραοικονομία, μετά την έντονη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής – αφού θεωρούμε πολύ δύσκολο να χρεώνονται τόσο πολύ οι επιχειρήσεις. Θα μπορούσε βέβαια να πει κανείς ότι δεν συμβαίνει, επειδή η παραοικονομία φαινόταν ανέκαθεν στην κατανάλωση – κάτι που όμως θα ερχόταν σε αντίθεση με την πρόσθεση της στο ΑΕΠ από το Γ. Αλογοσκούφη. Εν προκειμένω, υπενθυμίζουμε τα εξής:
 
Το Σεπτέμβριο του 2006, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας (ΕΣΥΕ) υπέβαλε στη Eurostat πρόταση για αναθεώρηση του ΑΕΠ προς τα πάνω κατά 25,7% (πηγή). Σε αυτόν τον υπολογισμό, περιλαμβάνονταν εισοδήματα από τη λεγόμενη «γκρίζα» ή «μαύρη» οικονομία – όπως μη καταγεγραμμένες οικονομικές δραστηριότητες στο εμπόριο, τα ξενοδοχεία, τις κατασκευές και τις μεταφορές, καθώς επίσης εκτιμήσεις για παράνομες δραστηριότητες (π.χ. πορνεία, λαθρεμπόριο).
Η Eurostat απέρριψε το αρχικό υψηλό ποσοστό και, μετά από διαβουλεύσεις, τον Οκτώβριο του 2007 εγκρίθηκε μια μικρότερη τελική αναθεώρηση ύψους 9,7% του ΑΕΠ, η οποία φυσικά μείωσε το δείκτη χρέος/ΑΕΠ – ενώ στην τελική αυτή έγκριση, οι καθαρά παράνομες δραστηριότητες περιορίστηκαν στο ελάχιστο (περίπου 0,7% της συνολικής αναθεώρησης).
 
Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι, η ενσωμάτωση αυτών των στοιχείων ήταν επιβεβλημένη από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ 2223/96) – ο οποίος απαιτούσε από όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επικαιροποιούν τις μεθόδους μέτρησης του ΑΕΠ ανά πενταετία, συμπεριλαμβάνοντας εκτιμήσεις για την ανεπίσημη οικονομία.
 
Σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ βοήθησε την Ελλάδα να παρουσιάσει αυτόματα χαμηλότερο δημόσιο έλλειμμα και χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ – διευκολύνοντας έτσι την έξοδο της χώρας από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία είχε τεθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (πηγή). Το αποτέλεσμα φάνηκε φυσικά αργότερα – όταν χρεοκόπησε η Ελλάδα.
 

Πηγή : https://analyst.gr


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου