Η Ιταλία είναι πολυ πιθανό να μην καταφέρει να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ φέτος, όπως είχε προγραμματιστεί, από 3,1% το 2025 καθώς η επιβράδυνση της ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την αύξηση των ενεργειακών δαπανών, καθιστά τον στόχο αυτό ανέφικτο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να αναγκαστεί να χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς της κανόνες εάν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί και συνεχίσει να αυξάνει το ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας της Ιταλίας Giancarlo Giorgetti την Παρασκευή 3 Απριλίου.
Μιλώντας στη Ρώμη, τόνισε ότι «εάν η κατάσταση δεν αλλάξει, οι συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα είναι αναπόφευκτες», επισημαίνοντας ότι έχει ήδη θέσει το ζήτημα από την αρχή της σύγκρουσης και το επανέλαβε στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.
Στο μεταξύ, η ιταλική κυβέρνηση ενέκρινε νόμο που προβλέπει τη διάθεση περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ για την παράταση έως την 1η Μαΐου της μείωσης των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης των τιμών εν μέσω εκτίναξης του ενεργειακού κόστους.
Οι δηλώσεις του Giorgetti υποδηλώνουν ότι η Ιταλία ενδέχεται να μην καταφέρει να μειώσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ φέτος, όπως είχε προγραμματιστεί, από 3,1% το 2025. Η επιβράδυνση της ανάπτυξης, σε συνδυασμό με την αύξηση των ενεργειακών δαπανών, καθιστά τον στόχο αυτό δυσκολότερο – αν όχι ανέφικτο.
Εκτίναξη τστην τιμή του φυσικού αερίου θα φέρει επιπλέον κόστος 100 δισ. ευρώ το 2026
Η εφαρμογή της «ρήτρας διαφυγής» και η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος
Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ενεργοποιήσει την περίοδο 2020 –2023 τη λεγόμενη «γενική ρήτρα διαφυγής», αναστέλλοντας τους δημοσιονομικούς κανόνες προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19.
Η ρήτρα αυτή δεν ισχύει πλέον από το 2024, ενώ η Ιταλία βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άσκησης φορολογικής και δημοσιονομικής πολιτικής.
Ο Giorgetti προειδοποίησε ότι η διάρκεια της σύγκρουσης θα έχει συνέπειες τόσο για τη νομισματική όσο και για τη δημοσιονομική πολιτική των επηρεαζόμενων χωρών.
Στο ίδιο πλαίσιο, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της European Central Bank Fabio Panetta επισήμανε ότι οι αναταράξεις στις αγορές ενέργειας προκαλούν ανησυχία λόγω των πιθανών επιπτώσεών τους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η ιταλική κυβέρνηση αναμένεται εντός του μήνα να αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις της για τα δημόσια οικονομικά και την ανάπτυξη. Σύμφωνα με πηγές, εξετάζεται η μείωση της πρόβλεψης για την ανάπτυξη του 2026 στο 0,5%–0,6% από 0,7%, ενώ για το επόμενο έτος η εκτίμηση ενδέχεται να περιοριστεί στο 0,7% από 0,8%. Δεν αποκλείονται ακόμη μεγαλύτερες αναθεωρήσεις προς τα κάτω, δεδομένης της επιδείνωσης του διεθνούς περιβάλλοντος.
Ο Panetta προειδοποίησε επίσης ότι μια μεταβολή στην αντίληψη κινδύνου των διεθνών επενδυτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων, ιδίως σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος όπως η Ιταλία αλλά και η Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, η στατιστική υπηρεσία ISTAT ανακοίνωσε ότι η φορολογική επιβάρυνση —δηλαδή το σύνολο φόρων και εισφορών ως ποσοστό του ΑΕΠ— αυξήθηκε στο 43,1%, από 42,4% το 2024, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2014.
Η εξέλιξη αυτή προσθέτει επιπλέον πίεση στην κυβέρνηση της Giorgia Meloni, σε μια περίοδο αυξανόμενων δημοσιονομικών και ενεργειακών προκλήσεων.
Αυξάνεται στο κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη
Την ίδια ώρα οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων στην ευρωζώνη εκτοξεύονται, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι το σοκ από τη σύγκρουση με το Ιράν θα επιβαρύνει σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, οδηγώντας τα κρατικά ομόλογα σε μία από τις χειρότερες μηνιαίες επιδόσεις της τελευταίας δεκαετίας.
Τα ομόλογα της ευρωζώνης δέχθηκαν ισχυρές πιέσεις, με το κόστος δανεισμού για ορισμένες χώρες να φθάνει σε υψηλά πολλών ετών.
Η απόδοση του 10ετούς ιταλικού ομολόγου ανήλθε έως το 4,14% την Παρασκευή 3/4 — το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2024 — πριν υποχωρήσει ελαφρώς στο 4,08%, παραμένοντας ωστόσο αυξημένη κατά σχεδόν 0,8 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στον μήνα.
Η κίνηση αυτή είναι συγκρίσιμη με το sell-off κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Σε συνθήκες έντονης μεταβλητότητας, οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων της Γαλλίας άγγιξαν ενδοσυνεδριακά σχεδόν το 3,9%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ της Ισπανίας πλησίασαν το 3,7% για πρώτη φορά από τα τέλη του 2023.
Η αγορά προεξοφλεί τρεις αυξήσεις των επιτοκίων
Η άνοδος των αποδόσεων οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι αγορές προεξοφλούν πως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αυξήσει τα βασικά επιτόκια τρεις φορές μέσα στο έτος, προκειμένου να περιορίσει ένα νέο κύμα πληθωρισμού που τροφοδοτείται από την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο Tomasz Wieladek, επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής Ευρώπης στην T Rowe Price, σημείωσε ότι οι επενδυτές συνειδητοποιούν πως η οικονομία κινείται προς έναν συνδυασμό χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, μαζί με αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες και κρατική παρέμβαση.
Παράλληλα, η Isabel Schnabel, μέλος του Συμβουλίου για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ δήλωσε ότι «ο κίνδυνος του πληθωρισμού έχει επιστρέψει», αν και τόνισε ότι η ΕΚΤ δεν χρειάζεται να δράσει άμεσα και μπορεί να αναμείνει περισσότερα στοιχεία.
Τα μέτρα για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους - Οι κίνδυνοι για δημοσιονομικό εκτροχιασμό
Οι διαχειριστές κεφαλαίων επισημαίνουν ότι η άνοδος των αποδόσεων επιδεινώνεται από τις προσδοκίες για επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες για να προστατεύσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την ενεργειακή κρίση εν μέσω επιδείνωσης της δημοσιονομικής τους θέσης.
Στην Ισπανία, η κυβέρνηση του Pedro Sánchez ενέκρινε πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων ύψους 5 δισ. ευρώ, μειώνοντας τον ΦΠΑ από 21% σε 10% για ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο και καύσιμα.
Στην Ιταλία, εφαρμόστηκε προσωρινή μείωση κατά 20% στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων, με δημοσιονομικό κόστος 417 εκατ. ευρώ έως τις αρχές Απριλίου, το οποίο σχεδιάζεται να αντισταθμιστεί με περικοπές δαπανών, ακόμη και στον τομέα της υγείας.
Ο Jean-François Robin της Natixis CIB εκτιμά ότι οι αγορές προεξοφλούν επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, καθώς τα κράτη δαπανούν «τεράστια ποσά» για να απορροφήσουν το ενεργειακό σοκ.
Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, μετά το 2021, είχαν διατεθεί συνολικά 651 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκές χώρες (συμπεριλαμβανομένων Ηνωμένου Βασιλείου και Νορβηγίας), σύμφωνα με το Bruegel.
Ο ΟΟΣΑ προειδοποίησε ότι πολλά από τα μέτρα εκείνης της περιόδου ήταν κακώς στοχευμένα και με υψηλό δημοσιονομικό κόστος, επισημαίνοντας ότι νέες παρεμβάσεις θα επιβαρύνουν περαιτέρω τους προϋπολογισμούς.
Ο Simone Tagliapietra, στέλεχος του Ινστιτουτου του Bruegel υπογράμμισε ότι τα μέτρα που εξετάζονται σήμερα συνεπάγονται «πολύ μεγάλα ποσά», ενώ τόνισε ότι τα περιθώρια δημοσιονομικής παρέμβασης είναι πλέον περιορισμένα λόγω ανταγωνιστικών αναγκών, όπως οι αμυντικές δαπάνες.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση αποφεύγει προς το παρόν ευρείες επιδοτήσεις, με τον πρωθυπουργό να δηλώνει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα 5,1% του ΑΕΠ δεν αφήνει περιθώρια για γενικευμένη στήριξη.
Αγωνία για πληθωριστική έκρηξη - Στο τραπέζι η άνοδος των επιτοκίων
Αγωνία για την πορεία των spreads
Έχουν υιοθετηθεί μόνο στοχευμένα μέτρα για κλάδους όπως η γεωργία και οι μεταφορές, με κόστος περίπου 70 εκατ. ευρώ για τον Απρίλιο.
Η αναταραχή στην αγορά ομολόγων ανέστρεψε τη μακροχρόνια τάση αποκλιμάκωσης του κόστους δανεισμού για τις λεγόμενες «περιφερειακές» οικονομίες της ευρωζώνης σε σχέση με τη Γερμανία.
Το επιτόκιο που ζητούν οι επενδυτές για τα ιταλικά ομόλογα έναντι των γερμανικών αυξήθηκε από περίπου 0,6 ποσοστιαίες μονάδες πριν τη σύγκρουση σε σχεδόν 1 ποσοστιαία μονάδα.
Παρότι τα spreads παραμένουν χαμηλότερα σε σχέση με ιστορικά επίπεδα — είχαν φθάσει τις 3 ποσοστιαίες μονάδες κατά την κρίση της πανδημίας — ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν ότι μια περαιτέρω άνοδος των αποδόσεων, ιδίως του γερμανικού 10ετούς (Bund), θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρότερα προβλήματα βιωσιμότητας χρέους κυρίως στους αδύναμου κρίκους, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.
Σύμφωνα με τον Wieladek, εάν η απόδοση του Bund ξεπεράσει το 3,5% και τα επιτόκια για χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία πλησιάσουν το 5%, τότε «η βιωσιμότητα του χρέους καθίσταται αβέβαιη», ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα φάση δημοσιονομικής πίεσης στην ευρωζώνη.
Πηγή : https://www.bankingnews.gr







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου